ροτόντα

η, Ν
1. αρχιτ. κτήριο ή τμήμα κτηρίου τής ρωμαϊκής εποχής με κυκλική ή ελλειψοειδή κάτοψη και στεγασμένο με θόλο, πρόγονος τού οποίου ήταν η αρχαία ελληνική θόλος
2. στρογγυλό τραπέζι με ένα πόδι-στήριγμα στη μέση
3. στρογγυλό τραπεζομάντηλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. rotonda < λατ. rotundus «κυκλικός» (< rota «ρόδα, τροχός»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ροτόντα — η см. περίκεντρος ναός …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ροτόντα — η (λ. ιταλ.), στρογγυλό οικοδόμημα με θόλο και περιστύλιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • ГЕОРГИЯ ПОБЕДОНОСЦА ВЕЛИКОМУЧЕНИКА ЦЕРКОВЬ В ФЕССАЛОНИКЕ — Церковь во имя вмч. Георгия Победоносца в Фессалонике. Ок. 300 306 гг. Церковь во имя вмч. Георгия Победоносца в Фессалонике. Ок. 300 306 гг. расположена рядом с Эгнатиевой дорогой (Via Egnatia). Здание было построено рим. имп. Галерием ок. 300… …   Православная энциклопедия

  • Rotunda (Thessaloniki) — Die Rotunda Galeriusbogen un …   Deutsch Wikipedia

  • Ισραήλ — I Επίσημη ονομασία: Κράτος του Ισραήλ Έκταση: 20.770 τ. χλμ. Πληθυσμός: 6.029.529 (2002) Πρωτεύουσα: Ιερουσαλήμ (622.091 κάτ. το 1997) *Σημ.: Η Ιερουσαλήμ ανακηρύχθηκε μονομερώς από το Ισραήλ πρωτεύουσα το 1982, στη θέση του Τελ Αβίβ, χωρίς όμως… …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Βόρεια — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 120.540 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.224.195 (2002) Πρωτεύουσα: Πιονγκγιάνγκ (2.741.260 κάτ. το 1993)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου.… …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Νότια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 98.480 τ. χλμ. Πληθυσμός: 48.324.000 (2002) Πρωτεύουσα: Σεούλ (9.853.972 κάτ. το 2000)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με τη… …   Dictionary of Greek

  • παλαιοχριστιανική τέχνη — Η τέχνη που αναπτύχθηκε κατά τους πρώτους 6 αιώνες του χριστιανισμού. Υποδιαιρείται σε δύο περιόδους, με διαχωριστικό όριο το 330 μ.Χ., χρονολογία που ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη περίοδος ήταν δύσκολη για τους πιστούς της νέας θρησκείας· …   Dictionary of Greek

  • Τσεχία — Συνορεύει στα βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία, στα νότια με τη Αυστρία και στα νοτιοανατολικά με τη Σλοβακία.Όταν διασπάστηκε η Τσεχοσλοβακία, στη Δημοκρατία της Τσεχίας παρέμειναν το ιστορικό βασίλειο της Βοημίας, η Μοραβία και τμήμα της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.